(1). Σϋρϋντΰνα ή σϋρϋντίνα. Πιασμένες με τα χέρια αλυσιδωτά η μία δίπλα στην άλλη χορεύουν οι χορεύτριες σε μια ευθεία σφιχτοδεμένη και επιβλητική. Μπροστάρης του χορού μπαίνει ένας άντρας για να μπορεί να τις σϋρϋΐσ’, να τις τραβήξει. Κρατάει στο δεξί του χέρι ένα μαντίλι που το κουνάει ρυθμικά, δεξιά κι αριστερά, αργά και γρήγορα, ανάλογα με τις απαιτήσεις του χορού. Το πρώτο μέρος χορεύεται βηματιστά με μια ελαφριά κλίση του σώματος προς το μέρος του ποδιού που βηματίζει. Στο δεύτερο μέρος το τραγούδι και συνεπώς κι ο ρυθμός του χορού γίνεται πιο γρήγορος με εντονότερα κουνήματα του σώματος. Οι χορευτές χτυπούν το δεξί τους πόδι στο έδαφος, ενώ το αριστερό λυγίζει από το γόνατο και κάτω ελαφρώς προς τα πίσω.
Οι αμπελώνες του Ανταβάλ συφοριασμένος τόπος.
Άσπλαχνε αμαξά, τ’ άλογό σου προχώρησε. Στη ρίζα του γαϊδουράγκαθου να μην είχα πλαγιάσει! Και τον αλήτη που περνά, να μην τον είχα δει!
Πατέρα, αχ, να μην έσωνες να πότιζες τα σπαρτά σου! Εγώ την ντροπή μου φόρτωσα στου Παύληκα(2) την πλάτη. Απ’ τα βουνά του Ανταβάλ έφερα την αγάπη, Μόνο, μια μέρα πλάγιασα, μες στο ψηλό κονάκι.
Έπεσε το μαντίλι μου, δώσ’ το κοπέλα¨ μού ’παν. Ανέβα πάνω στην άμαξα και τράβα μπροστά¨μου είπαν. Τα νερά του Ανταβάλ έρχονται από ψηλά Και δύο μύλους στρέφουνε, σαν κατεβούν, χαμηλά.
(1). Το ¨Αν’νταβάλ¨ και το ¨Νεννιλέιμ¨ ανήκουν στην κατηγορία των αφηγηματικών τραγουδιών, τα θέματα των οποίων βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα. Πρόκειται για αφηγήσεις, συνήθως, σε πρώτο πρόσωπο. Στο τραγούδι αυτό, μια ελληνοπούλα από το Ανταβάλ εκμυστηρεύεται την αρπαγή και τις συμφορές της. (2).Ο Παύληκας ,υποκορ. του Παύλη, Παύλου, είναι ο πατέρας της